ἀποχειροβίοτος

ἀποχειροβίοτος
Grammatical information: adj.
Meaning: `living from his hands' \< `who gets his livelyhood from his hands' (Hdt.)
Other forms: Also ἀποχειρόβιος (Poll.) (wrong -βίωτος, s. Wackernagel Glotta 14, 55)
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: With βίοτος and ἀπὸ χειρῶν.
Page in Frisk: 1,126

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αποχειροβίοτος — η, ο αυτός που ζει από τη δουλειά των χεριών του, ο βιοπαλαιστής: Σ όλη του τη ζωή είχε μείνει εργάτης αποχειροβίοτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποχειροβίοτος — ἀποχειροβίωτος masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.